Ο λόγος φυσικά για το διαβόητο life style, το οποίο ήταν συνώνυμο του Ευαγγελίου της νέας εποχής της δάνειας ευμάρειας, της επίπλαστης καθ’ υπόδειξη ευτυχίας, της διαπρύσιας επιδίωξης της «επιτυχίας και της κοινωνικής, πάση θυσία, ανέλιξης», της κατοχής των λάγνων και απατηλών status symbols, της αιώνιας νεότητας και του αψεγάδιαστου, έστω και υποβοηθούμενου χειρουργικώς, κάλλους.
Όλα ξεκίνησαν στα μέσα της μακρινής πλέον δεκαετίας του ’80 του 20ου αιώνα. Η χώρα έκπληκτη παρακολουθούσε τις γρήγορες αλλαγές που προκαλούσε η ίδια η «Αλλαγή». Ένα μεγάλο σχέδιο ανακατανομής του εισαγόμενου, μέσω κοινοτικών επιδοτήσεων και μεγάλων δανείων, πλούτου είχε τεθεί σε εφαρμογή. Κανείς τότε δεν υποψιαζόταν πως το συγκεκριμένο σχέδιο είχε εφαρμοστεί ξανά, πριν μερικές δεκαετίες και είχε οδηγήσει την 6η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, εκείνη της Καλιφόρνιας, σε πτώχευση. Ο αρχιτέκτονας και των δύο αυτών σχεδίων ήταν ο ίδιος. Ο τότε λαοπρόβλητος και χαρισματικός ηγέτης της χώρας. Το χρήμα έρρεε, ο κόσμος ζούσε καλά, πολλοί πλούτιζαν μυστηριωδώς και οι τράπεζες είχαν αρχίσει να επεξεργάζονται τα σχέδια για την περίφημη «πιστωτική επέκταση».
Είναι η εποχή που ο μέσος Έλληνας αρχίζει να πιστεύει πως τελικά όλα είναι δυνατά, δίχως κόπο, αρκεί να βάλει το μυαλό του να δουλέψει πως θα καταφέρει να προσποριστεί και να ενθυλακώσει το άφθονο χρήμα που ερχόταν από την Εσπερία. Είναι η εποχή όπου ο μέσος Έλληνας σαγηνεύεται από την ακαταμάχητη γοητεία της κατανάλωσης, αλλά και από την αλλαγή των προτύπων συμπεριφοράς. Ο πρωθυπουργός της χώρας και πολλοί υπουργοί του διαπρέπουν στα ρεμπετάδικα της εποχής χορεύοντας ζεϊμπέκικο. Επιτέλους, ο λαός είχε έρθει στην εξουσία.
Τω καιρώ εκείνο νεαροί με ημιτελείς σπουδές σε πανεπιστήμια της Δύσης, και σύντομη θητεία σε κομματικούς σωλήνες τεχνητής αναπαραγωγής στελεχών, επέστρεψαν στην πατρίδα γεμάτοι όνειρα να κατακτήσουν τον κόσμο. Ο παλιός κόσμος πέθαινε μέσα στην πλήξη ενός κακοφορμισμένου καθωσπρεπισμού και ο καινούριος βιαζόταν να γεννηθεί. Μπορεί ο Μαρξ να ισχυρίστηκε ότι η «βία είναι η μαμή της ιστορίας», στην εγχώρια όμως εκδοχή της η ιστορία γεννήθηκε ανώδυνα με τη βοήθεια του λεγόμενου life style.
Η εμφάνιση ενός περιοδικού, το οποίο έγινε συνώνυμο της «ευτυχίας, της χαράς, της κριτικής του μίζερης εποχής», αλλά και της «νέας γλώσσας», η οποία χαρακτηριζόταν από δυσανεξία προς κάθε τι που δεν υπηρετούσε τον «λαμπρό, φανταχτερό και όμορφο κόσμο του πλούτου», τάραξε συθέμελα την κοινωνία.
Όλοι ήθελαν να μοιάσουν τα πρόσωπα που αποτυπώνονταν χαμογελαστά, καλοντυμένα, αψεγάδιαστα στις σελίδες αυτού του περιοδικού. Όλοι ήθελαν να διασκεδάζουν σύμφωνα με τις προσταγές των συντακτών και του αρχιερέα αυτού του περιοδικού. Όλοι άρχισαν να ντύνονται, να μιλούν, να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις εξ αποκαλύψεως οδηγίες αυτού του περιοδικού. Ο εξανδραποδισμός των μυαλών, της αισθητικής και του ήθους πραγματοποιήθηκε σε ελάχιστο χρόνο, θαρρείς και η κοινωνία ήταν σαν έτοιμη από καιρό. Λίγα χρόνια αργότερα έγινε η έκρηξη των ιδιωτικών Μ.Μ.Ε. και με τη βοήθεια τους επιβλήθηκε το καθεστώς του υπέρλαμπρου υπέροχου τίποτα.
Άνδρες και γυναίκες, νέοι και μεσήλικες, άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων άρχισαν να μοιάζουν αφόρητα πληκτικά μεταξύ τους. Το ίδιο ντύσιμο, ο ίδιος τρόπος ομιλίας, το ίδιο περιορισμένο λεξιλόγιο, η ίδια επιδίωξη να ενταχθούν αυτοβούλως στο νέο τρόπο ζωής. Η διασκέδαση μετατρέπεται σε ένα απέραντο χοιροστάσιο, όπου χιλιάδες άνθρωποι συνωστίζονται σε τεράστιους χώρους για να απολαύσουν ατάλαντους, άφωνους και άξεστους «καλλιτέχνες», τα πρόσωπα των οποίων κοσμούσαν τα εξώφυλλα των λαϊκών περιοδικών στα περίπτερα της επικράτειας.
Μέσα από την μικρή οθόνη στρογγυλοκάθισαν στα νεοαποκτηθέντα σαλόνια πάσης φύσεως μειράκια και δεσποινάρια, οι εκλεκτοί του θεού του life style, ακκιζόμενα και λικνιζόμενα, θεωρώντας πως παράγουν τέχνη. Ο ίδιος ο αρχιερέας, στα γραμμένα από άλλους κείμενα του, υπερασπίζονταν με γλώσσα χυδαία και προσβλητική το δημιούργημα του. Έχοντας δημιουργήσει μια στρατιά από κλώνους του εαυτού του, από ανθρώπους δίχως ηθικές αντιστάσεις που ήθελαν να «πετύχουν» πάση θυσία και να ενταχθούν στη χορεία των εκλεκτών της νέας εποχής, προέβαλε με μεγάλη, είναι αλήθεια, επιτυχία, το πρότυπο της βλαχομπαρόκ αισθητικής του, μη μπορώντας να ξεπεράσει το σύμπλεγμα κατωτερότητας που είχε λόγω ταπεινής καταγωγής.
Σύντομα βρήκε πολλούς μιμητές. Ανθρώπους αδίστακτους, ημιμαθείς, διψασμένους για πλούτο, αναγνώριση, καταξίωση. Δεσποινίδες των λαϊκών συνοικιών μέσα σε μια νύχτα αναγορεύονταν σε βασίλισσες της πίστας. Η χώρα απέκτησε εθνικές τηλεπαρουσιάστριες που άκουγαν στα ονόματα Ρούλα ή Ελένη. Απέκτησε και απόλυτη εθνική σταρ στο τραγούδι, μια κυρία ονόματι Άννα που χτυπιόταν πάνω στη σκηνή τραγουδώντας για κάτι δαίμονες σε μια λαϊκόποπ όπερα ενός ατάλαντου και άμουσου συνθέτη που θα μείνει γνωστός στην ιστορία για τον ύμνο που έγραψε για την γραβάτα ενός κοντού. Κομμώτριες και μοδίστρες ανέλαβαν το ρόλο των διδασκάλων στην αισθητική του νέον, των εντυπωσιακών φωτισμών, της ημίγυμνης καλλιφωνίας, του ερμαφρόδιτου υπονοούμενου και της κακοποιημένης αισθητικής. Κάθε ένας που τολμούσε να αμφισβητήσει τα θέσφατα του ιερατείου ρίχνονταν στην πυρά εν μέσω δημοσίων προπηλακισμών, λοιδορίας, χλεύης. Ήταν ο αποσυνάγωγος της κοινωνίας, ο παρίας, ο καθυστερημένος κοινωνικά, εκείνος που δεν μπορούσε να αντιληφθεί τα μηνύματα των καιρών. Ο λαουτζίκος «Ως ο κύων επιστρέφει εις τον εμετόν αυτού, ούτως ο άφρων επαναλαμβάνει την αφροσύνην αυτού.» (Παροιμία ΚΣΤ΄).
Η νέα αυτή αισθητική ταίριαζε στη νέα κοινωνία. Αντανακλούσε τους μύχιους πόθους των νεοελλήνων να ζήσουν πλέον σαν τους αστούς των προηγμένων δυτικών κοινωνιών, αφού η τηλεόραση είχε αναλάβει εργολαβικά να τους μυήσει στο νέο τρόπο ζωής. Μεζονέτες με πισίνες φύτρωναν μέσα στα καμένα δάση, τα νησιά του αρχιπελάγους του Αιγαίου καταστράφηκαν από την άναρχη δόμηση των ενδιαιτημάτων των νέων πλούσιων, στις παραλίες υπήρχαν απουσιολόγοι που σημείωναν τις παρουσίες των εκλεκτών επισκεπτών μετά των συνοδών τους. Το παλιό καλό σέρτικο τσιγάρο αντικαταστάθηκε από τα πούρα, για τα οποία ένας άτυχος μιμητής του αρχιερέα έγραψε πως ήταν «ένας έρωτας που καίγεται αργά». Σήμερα ο εν λόγω καταζητείται από τις αστυνομικές αρχές για πλήθος παραβιάσεων των νόμων, αφού προηγουμένως φέσωσε όποιον μιλούσε ελληνικά.
Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει τόσο στην ελίτ του πολιτικού συστήματος, όσο και στους ψοφοδεείς διακόνους της, οι οποίοι εκλιπαρούσαν κυριολεκτικά για μια συνέντευξη «λάιφ στάιλ», όπως έλεγαν με τη βαριά επαρχιώτικη προφορά τους, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες και τις ιδιαίτερα μαθήματα ορθοφωνίας που έκαναν. Το πολιτικό σύστημα παραδόθηκε αμαχητί στη νέα ιδεολογία. Κάποιοι λένε πως τους ήταν βολική για την εξυπηρέτηση των ιδιοτελών τους σκοπών. Το σίγουρο είναι πως η νέα αυτή ιδεολογία χάιδευε τα αυτιά του μέσου ανθρώπου, του έδινε ελπίδες και του καλλιεργούσε προσδοκίες ότι κάποτε θα ζει κι αυτός σαν τα πρότυπα του. Κι έτσι δανείζονταν διαρκώς από τις τράπεζες σε μια προσπάθεια να διατηρήσει το κοινωνικό του status. Δανείζονταν τα άτομα, δανείζονταν το κράτος. Η οικονομία κινούνταν όχι χάρη στην παραγωγή πλούτου, αλλά εξαιτίας της διόγκωσης της μέσω του δανεισμού. Το μόνο που παρήγαγε ήταν ελλείμματα. Ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού, ελλείμματα κυρίως όμως πολιτισμού.
Την ίδια ακριβώς περίοδο έκανε την εμφάνιση της η κοινωνική τάξη των γιάπιδων. Πτυχιούχοι πανεπιστημιακών σχολών της ημεδαπής, κυρίως όμως της αλλοδαπής, τεχνοκράτες, ειδικοί σε κάποιο τομέα, αναλαμβάνουν καθήκοντα σε ηγετικές θέσεις των επιχειρήσεων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Η νέα ιδεολογία είναι η θρησκεία του. Το Ευαγγέλιο της κοινωνικής συμπεριφοράς. Ο Κανών της επιτυχίας και της κοινωνικής καταξίωσης. Η απληστία σε συνδυασμό με την παντελή απουσία ουσιαστικής παιδείας, η περιφρόνηση προς την αληθινή τέχνη και η λατρεία του κιτς, αποτελούν τα θεμελιώδη στοιχεία του νομοκανόνα του life style. Ουαί και αλίμονο σε όποιον τολμούσε όχι να παραβεί, αλλά απλά να υπαινιχθεί κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τη νέα θρησκεία. Ο εξοστρακισμός και η διαπόμπευση ήταν οι άμεσες και ολοκληρωτικές τιμωρίες του. Βαρύ το τίμημα της διαφοράς.
Σήμερα πια μόνο τα ράκη αυτής της ιδεολογίας περιφέρονται χαμογελώντας βεβιασμένα και θλιβερά σε μια προσπάθεια να πείσουν πως είναι ακόμη ζωντανά. Η παλιά λάμψη έχει χαθεί. Οι παρατρεχάμενοι του παρελθόντος έχουν εγκαταλείψει τις αυλές των ηγεμόνων, όταν εκείνοι πλέον σταμάτησαν να καταβάλλουν τους μισθούς και τις αμοιβές σε είδος. Η ιδεολογία τους συγκεντρώνει τα πυρά ολοένα και περισσότερων ανθρώπων που βλέπουν σ’ αυτή μια από τις αιτίες της παρακμής της κοινωνίας. Το λούστρο τους θάμπωσε. Ο λόγος τους θεωρείται ανόητος και επικίνδυνος. Η συμπεριφορά τους κρίνεται ως προκλητική και αντικοινωνική. Το απόλυτο υπαρξιακό κενό για όλους εκείνους που συνήθισαν να ζουν υπό το φως των προβολέων της δημοσιότητας και να βλέπουν κάθε τους φράση να αναπαράγεται δίκην προφητείας από τα ιλουστρασιόν έντυπα της βλακώδους ματαιοδοξίας και τις μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές της αποβλάκωσης.
Δυο γενιές νεοελλήνων γαλουχήθηκαν και μεγάλωσαν με τη νέα αυτή ιδεολογία. Δύο ολόκληρες γενιές αποκόπηκαν από την ιστορία, τις παραδόσεις, την αλήθεια και το φως αυτού του τόπου. Τώρα θα κληθούν να πληρώσουν ένα τίμημα βαρύ μα αναπόφευκτο. Παράλληλα, θα κληθούν να ξαναβρούν το νήμα της ιστορίας, να διδαχτούν την απλότητα, το αληθινό και ουσιαστικό κάλλος. Επέλεξαν το δύσκολο δρόμο σύμφωνα με την παλιά κινεζική παροιμία που θέλει τον έξυπνο να μαθαίνει από τα λάθη των άλλων, μα το βλάκα να μαθαίνει από τα δικά τους.
STEVENIKO
Σας ευχαριστώ για την επίσκεψη σας...





