[ ]
Πρόσφατες Αναρτήσεις
Προεόρτια.
Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012 Posted by STEVENIKO


 Μουντή βδομάδα, πυκνός χρόνος. Οι πρώτες γιορτές του μήνα πέρασαν, πολλές ευχές ανταλλάχτηκαν, αλλά αυτό το «κάτι» που υπήρχε και προμήνυε προς έρχονται χρονιάρες μέρες δεν μ’ άγγιξε. Κάθε πρωί ξημέρωνα περιμένοντας πως κάτι καινούργιο θα γίνει και κάθε βράδυ περίμενα ν’ ακούσω τι νέο δεν έγινε.

Πολλούς λογαριασμούς αισθάνομαι ότι πρέπει να κλείσω κι ένας απ’ αυτούς μ’ έφερε μετά από καιρό στο κέντρο. Πολλοί γνωστοί και φίλοι έχουν μείνει ακόμα πίσω. Το δημόσιο θέλει χρόνια για ν’ αδειάσει, κάποιοι άλλοι –ευτυχώς– πρόλαβαν και γύρισαν στα χωριά τους. Ο Νίκος γουλιά τη γιουλιά τον καφέ που με κέρασε ξεδίπλωνε λέξη τη λέξη την πίκρα του, φέρνοντας το χέρι πού και πού απαλά και μάλλον μηχανικά πάνω σε μια στοίβα από αιτήσεις που περίμεναν προς τη μεριά του παράθυρου καρτερικά –σαν τους συνταξιούχους ίσως που τις συμπλήρωσαν.

Στο ίδιο γραφείο από το ’98. Η ίδια ντουλάπα να χάσκει άσπρα χαρτιά και φακέλους μπλε, κόκκινους, κίτρινους. Ένα ημερολόγιο του 2009. Μαύρα ντοσιέ. Θέλει να φύγει, αλλά δεν έχει ακόμα πιάσει το όριο. Κι αυτοί που το ‘πιασαν τι κατάλαβαν; Στοιβαγμένα χαρτιά πάνω στο γραφείο του Νίκου οι αιτήσεις. Σε κάθε γραφείο αυτών των δύο ορόφων έχει κι από μια τουλάχιστον τέτοια ντάνα. Έξω τους διαδρόμους χιλιάδες πάνω στους πάγκους. Στο ισόγειο πατείς με πατώ σε. Χειρονομίες, φωνές. Σειρά προτεραιότητας. Φωτοτυπίες και χαρτιά μ’ ανακοινώσεις κι υποδείξεις κολλημένα στο ασανσέρ και στους τοίχους. Θλίψη. Ο θυρωρός απαντά σε όλους μ’ ηρωικές κινήσεις και ιώβεια υπομονή. Τον θαύμασα βγαίνοντας.

Σόλωνος. Το παλιό μου γραφείο δεν θύμισε τίποτε από τέτοιες μέρες άλλων χρόνων. Μπήκα-βγήκα, ο Νίκος δεν ήταν εκεί ή μήπως είχε «εορταστική»; Στόλιζα πάντα ένα μικρό δεντράκι με πέντε-έξι λαμπιόνια. «Για το καλό» είχα και μερικούς ξηρούς καρπούς. Μπορούσα να τ’ αλλάξω όλα –νόμιζα– ‘κείνα τα πρώτα χρόνια. Τώρα τ’ αλλάζουν άλλοι στα χαρτιά και τα μνημόνια. Ο διάδρομος ίδιος, το ίδιο κι οι κλειστές πόρτες δεξιά αριστερά. Μια ανησυχητική ησυχία. Είναι κι οι μέρες της διαθεσιμότητας. Στο «προσωπικό» δε δέχτηκα τον καφέ που προθυμοποιήθηκαν –μετά τις αγκαλιές και τα φιλιά– να μου προσφέρουν. «Με φουντούκι, που σ’ αρέσει!» με παρακίνησε με λαχτάρα ειλικρινή ο Ανδρέας. Χρόνια τέτοιες μέρες ρυθμίζαμε τις άδειες, κάναμε σχέδια για τις γιορτές και τις εξόδους. Όνειρα για τη νέα χρονιά. Να ‘σου κι ο Νίκος. Τα είπαμε τα υπόλοιπα στο πόδι ανεβαίνοντας προς το Λογιστήριο Εξοικονόμηση πόρων, προϋπολογισμός ορίων –πάλι τα όρια– μείωση πιστώσεων, προσωπικού, διάθεσης. Μεσημέριασε. Ένα βιαστικό «χρόνια πολλά» στη Νικολέτα κατεβαίνοντας. Ο άλλος Νίκος –ο ΙΔΑΧ– «έτρεχε» για να βρει καμιά άκρη. Κενό το πόστο του στις «πληροφορίες». Πέντε-έξι αστυνομικοί γύρω απ’ την είσοδο. «Φοβάται ο καινούργιος» μου είχαν πει με νόημα χαριτολογώντας. Από ‘κει που προτείναμε κι επιμέναμε ν’ αποσυρθούν εντελώς; Είναι δίπλα τα Εξάρχεια. Πάντα ήταν δίπλα, αλλά αυτοί δεν χρειάζονταν. Βγήκα και τράβηξα προς την Πατησίων.

Η «στοά Φέξη» αποτελούσε από την εποχή των παιδικών μου χρόνων έναν από τους πιο ευχάριστους γιορτινούς προορισμούς. Μαγαζάκια πολλά, το ένα δίπλα στο άλλο φώτα και κίνηση, κόσμος πάνω-κάτω, παιχνίδια, ηλεκτρονικές συσκευές, ρολόγια, δίσκοι, ξηροί καρποί, αναμνηστικά και κοσμήματα. Νέκρα. Ρολά κι ενοικιαστήρια. Μαγαζάτορες σε κάποιες πόρτες. Κανείς δε χάζευε στις φωτισμένες βιτρίνες. Κινέζικα μπιχλιμπίδια. Άνοιξα το βήμα να ξεφύγω απ’ αυτή τη θλιβερή εικόνα διάψευσης κι απογοήτευσης. Την «Αράχωβα» την πρόσεξα μόνο απ’ τη μυρωδιά. Κάποιοι –ναι– κάθονταν έξω στα τραπεζάκια. Είχε και σήμερα ουρά;

Πότε στήσανε άγαλμα στον Παναγούλη απέναντι από το «REX»; Μπήκα από την Αρσάκη στη «Στοά του Βιβλίου». Η λινοτυπική μηχανή δεν πρόλαβε να προσελκύσει για μια ακόμα φορά το νοσταλγικό βλέμμα μου. Μαγαζιά κλειστά. Κι ο «Κοκκώνης» κλειστός; Το μαγαζί με τα πρώτα μου προσκοπικά; Το καφέ, ο Αναγνωστόπουλος στην άλλη γωνία; Είναι δίκαιο; Άραγε το «Αρσάκειο» λειτουργεί; Βγήκα στην Σταδίου κι ούτε που θυμήθηκα την όμορφη βραδιά της παρουσίασης του βιβλίου μου πριν μερικά χρόνια. Σίγουρα κι η λινοτυπική θ’ απορούσε που δεν μου περίσσεψε ούτε μια ματιά και γι’ αυτήν, που γερνάει σκονισμένη, με τους ατέρμονες ακίνητους και τις μήτρες της να μην γεννούν λέξεις, αράδες, να μη σμίγουν φράσεις να μην δένουν με το μολύβι της ιδέες, σελίδες, βιβλία, εφημερίδες.

Στο Σύνταγμα έστηναν σκαλωσιές το πρωί –μάλλον για το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τώρα πια έχουν σχολάσει, πήγε μία. Πίσω μου το Υπουργείο Ανάπτυξης. Απέναντι προβάλουν οι πάνω όροφοι –τα ρετιρέ;– της Βουλής. Νερά χυμένα απ’ το σιντριβάνι. Ζητιάνοι. Από περιέργεια ανεβαίνω τα σκαλιά. Μόλις περνούσε το τουριστικό «Citysightseeing», καθόταν άραγε κανείς από την πλευρά προς τον «Άγνωστο», απ’ αυτήν δεν είδα κανέναν. Κάγκελα μπροστά στο μνημείο. Μόνο τα περιστέρια είναι λεύτερα. Λιακάδα και ψύχρα. Πόσο γαλάζιος είναι, Θεέ μου, ο ουρανός της Αθήνας; Ακόμα κι αν κανένα σύννεφο φανεί στον ορίζοντα, λες κι είναι για να γίνει πιο έντονη η αντίθεση.

Δεν θέλω να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Μπροστά θέλω να τον πάω. Γιορτές έρχονται, σίγουρα θα νοσταλγήσω, θα μελαγχολήσω, αλλά, ρε γαμώτο, μπορώ να ελπίσω; Μπορώ να κοιτάξω μπροστά στο μέλλον, όπως ατενίζω αυτόν τον γαλάζιο ουρανό και γεμίζει η ψυχή μου φως και λιακάδα, και να ψιθυρίζω στον εαυτό μου με καμάρι και θαυμασμό: «Μεγάλε, είσαι τυχερός που ζεις και μεγαλώνεις τα παιδιά σου σ’ αυτή τη χώρα!»

Μπορώ; Μπορώ να βρω τον τρόπο, να επινοήσω. Μπορώ, τουλάχιστον, να προσπαθήσω.

Μπορώ, φτάνει να μην αισθάνομαι ότι θα 'ναι κι αυτό ένα ψέμα.

pliktro

STEVENIKO

Σας ευχαριστώ για την επίσκεψη σας...

0 σχόλια for "Προεόρτια. "

Leave a reply